Κι όμως, υπάρχει τρόπος να αλλάξει για πάντα το πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Μια μικρή αλλαγή χρειάζεται μόνο.
Δεν θα είναι εύκολη, πιθανότατα θα χρειαστεί κάποια νομοθετική ρύθμιση, δεν ξέρω αν πρέπει να πειραχτεί και το Σύνταγμα. Αλλά αφού γίνει, όλα θα γίνουν απλούστερα:
Να καθιερωθεί στις Ελληνικές βουλευτικές εκλογές (τουλάχιστον) η αρνητική ψήφος.
Το παρακάτω infographic (αυτουνού) δείχνει γλαφυρά τη συγκέντρωση της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας στα χέρια μιας χούφτας πολύ μεγάλων εταιριών. Αυτό (και όχι μόνο στα media -σε όλες τις αγορές) δεν είναι ποτέ καλό πράγμα.
Οι Έλληνες πολιτικοί, όπως και οι Έλληνες πολίτες, νομίζουν ότι στη δουλειά τους ή τη ζωή τους ο στόχος είναι να κάνουν αυτό που θέλουν. Αλλά αυτό δεν γίνεται. Δεν μπορεί να γίνει ποτέ. Δεν είναι έτσι η ζωή. Κανείς ποτέ δεν κάνει ό,τι θέλει.
Εμείς εδώ σ’ αυτή τη χώρα είμαστε λίγο παραπάνω ξεροκέφαλοι και ξερόλες, λιγότερο πειθήνιοι από τα κοτόπουλα τους ξένους που έτρωγαν βελανίδια, ε, και λίγο λιγότερο ρεαλιστές. Δεν συνεργαζόμαστε πάρα πολύ καλά σε ομάδες, νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα και ότι ο κάθε ένας από εμάς είναι ο καλύτερος από όλους και ξέρει τι πρέπει να γίνει και πώς να το κάνουμε. Αυτή η μενταλιτέ δεν έχει μόνο κακά, αλλά έχει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα: Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε εύκολα την ιδέα του συμβιβασμού. Μας κάθεται βαριά.
Ο συμβιβασμός, όπως ξέρει κάθε παντρεμένος, είναι η αποδοχή της αλήθειας ότι δεν θα περάσει ποτέ το δικό σου. Κάθε απόφαση σε τούτη τη Γη που αφορά περισσότερους από έναν ανθρώπους είναι συνήθως μια συνισταμένη. Και στην πολιτική, όπου διασταυρώνονται απόψεις πολυποίκιλες πάνω σε θέματα πολύπλοκα, κάθε απόφαση είναι ένας συμβιβασμός. Ποτέ κανένας πολιτικός στη Γη -εκτός από τους πολύ απολυταρχικούς δικτάτορες, και μόνο τους βραχύβιους και βλάκες- δε βλέπει να περνάει πάντα/μόνο το δικό του. Με διαπραγματεύσεις και παραχωρήσεις και ανταλλαγές και συμφωνίες προσπαθεί να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα που σε γενικές γραμμές να πλησιάζει σ’ αυτά που έχει στο μυαλό του, αλλά ξέρει ότι στην καλύτερη περίπτωση θα φτάσει κοντά. Ποτέ δεν θα το πετύχει ακριβώς. Έτσι διεξάγεται η πολιτική παντού, έτσι γίνονται και οι γάμοι.
Προφανώς έχεις διαπιστώσει την παραδοξότητα τούτη: Σύμφωνα με όλες τις έρευνες, οι Έλληνες πολίτες απορρίπτουν όλες τις συμφωνίες που έχει υπογράψει ετούτη η χώρα με τους έκτακτους δανειστές της μετά την πτώχευση, επειδή προϋποθέτουν μέτρα λιτότητας και μεταρρυθμίσεις, αλλά ταυτόχρονα οι Έλληνες πολίτες με πολύ μεγάλη πλειοψηφία απαιτούν την παραμονή της χώρας στο ευρώ. Αυτό, βεβαίως, μπορεί να μοιάζει ταυτόχρονα παράδοξο αλλά και απόλυτα λογικό (όταν σε ρωτάνε “τι θες”, μπορείς κάλλιστα να απαντήσεις “τα πάντα και τα κοάλα”) αλλά εμένα μου κάνει εντύπωση για έναν άλλο λόγο.
Άλλοι λυπούνται που τα μπουζούκια πια ανοίγουν δυο νύχτες τη βδομάδα, και δε μπορούνε ας πούμε να πα να τα σπάσουνε μια Τρίτη, φερ’ ειπείν. Άλλοι τρέμουν ένα μέλλον στο οποίο δεν θα μπορούν να αγοράζουν αυθεντικιές τσάντες Λουή Βουητών και πουκάμισα Μπέρμπερη. Άλλοι κλαίνε κάθε που γεμίζουν την κούρσα με βενζίνη. Άλλοι λυπούνται που δεν θα τρων καλά φαγιά σ’ εστιατόρια, που δεν θα μπορούν να ταξιδεύουν στα ξένα, που δε θα μπορούν να πίνουν πολύχρωμα κοκτέιλ ατενίζοντας τη φωτισμένη Αθήνα. Δεν ήταν πλούσιοι Έλληνες, αυτοί. Οι πλούσιοι, άλλωστε, δεν θα τα στερηθούν όλα αυτά. Είναι αυτοί που θα ωφεληθούν πιο πολύ από την καταστροφή -έτσι γίνεται πάντα στις καταστροφές. Η Ελληνική μεσαία τάξη, αυτή που συνήθισε στα αυτοκίνητα και τα ταξίδια και τα ρούχα και τις σπατάλες (με δανεικά), μετράει μέρες πια, βαίνει προς εξαφάνιση, ετοιμάζεται να εξατμιστεί στον γαλανό Ελληνικό (καλοκαιρινό; φθινοπωρινό;) ουρανό. Και όλα αυτά θα τα χάσει για πάντα.
Φυσικά εμένα δεν θα μου λείψει τίποτα από αυτά. Ούτε ρούχα ούτε παπούτσια, ούτε ποτά ούτε γλέντια σήμαιναν τίποτα για μένα. Τα κοροϊδεύω, όπως τα κορόιδευα και τότε, αλλά λίγο πιο χαιρέκακα, τ’ ομολογώ, γιατί είμαι ποταπός. Τα ταξίδια, ναι. Ασφαλώς. Αλλά ακόμα πιο πολύ, κάτι άλλο: Από την εποχή της ανέμελης δανεικής ευμάρειας εμένα θα μου λείψει η τεχνολογία.
Εντάξει. Είμαστε δύσκολα. Περνάμε ζόρια, όλοι μας. Υπάρχει κρίση. Αλλά τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, ε; Όλα καλά θα πάνε. Έτσι δεν είναι;
Έτσι λένε οι γνωστοί μου που πάνε σε δουλειές τσάμπα.
Οι άνθρωποι που δουλεύουν σε δουλειές που τους χρωστάν μισθούς, τι περιμένουν; Τι, αν όχι αυτό: Να πάνε τα πράγματα καλύτερα. Να βρει λεφτά το αφεντικό για να τους πληρώσει τα δεδουλευμένα.
Μισό εκατομμύριο άνθρωποι, λέει, εργαζόμενοι όλοι τους, που δεν λογίζονται για άνεργοι δηλαδή, έχουν μήνες να πληρωθούν.
Δεν έχουν έσοδα. Τρώνε από τα έτοιμα.
Με τι κουράγιο πάνε κάθε μέρα στη δουλειά, αν δεν πιστεύουν βαθιά μέσα τους ότι κάτι θα γίνει, κάτι μαγικό, και πολύ σύντομα τα πράγματα θα πάνε καλύτερα;